Τάφρος < τράφος < τραφί. Έτσι εξηγεί τη λέξη αυτή σήμερα η ανηψιά μου η Κυράνθη, φιλόλογος. Ένα τοπίο πανέμορφο που θα μου μείνει αξέχαστο από εκείνη την παλιά εποχή των παιδικών μου χρόνων. Ένα ποταμάκι που έρχονταν από πάνω, από τα Καραμανλίδικα, και διέσχιζε όλο το χωριό μου για να φτάσει στο Πρώτο Κανάλι στο Μεραλίκ(ι). Αυτές είναι οι ονομασίες που μόνο εμείς οι Καλαμπακιώτες οι παλιοί τις ξέρουμε και τις χρησιμοποιούμε.
Για να πάμε στο σχολείο μας, ένα ήταν τότε, το 1ο Δημοτικό σχολείο, έπρεπε να περάσουμε δύο φορές την ημέρα από το τραφί, το μαγευτικό εκείνο ποταμάκι με τα πεντακάθαρα νερά, τα ήρεμα και λιγοστά. Το χειμώνα γινόταν πιο ορμητικό αλλά ποτέ επικίνδυνο.
Θυμάμαι τις γραφικές αυτοσχέδιες γεφυρίτσες μπροστά από κάθε σπίτι, που τις έστηναν οι χωριανοί με μαδέρια και καλάμια για να επικοινωνεί ο δρόμος με τις αυλές τους. Θυμάμαι τις πάπιες και τις χήνες που κολυμπούσαν στα νερά του κι έπαιζαν κυνηγητό βουτώντας και ξαναβουτώντας τα κεφάλια τους για να εξασφαλίσουν την απαραίτητη τροφή. Τις κλαίουσες (1) που ήταν φυτρωμένες στις δυο όχθες του κι έριχναν τη σκιά τους στα νερά, καθώς τα κλαδιά τους έγερναν και βουτούσαν μέσα σ’ αυτά.
Με πόση προσοχή περνούσαμε το χειμώνα πάνω από τις ετοιμόρροπες γεφυρίτσες, μην βρέξουμε τα μάλλινα τερλίκια (2) που προστάτευαν τα πόδια μας μέσα στα ξύλινα γαλέτζια (3) που φορούσαμε. Και πόση ώρα τσαλαβουτούσαμε την άνοιξη στα νερά του, μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας! Ήταν μια ομορφιά, μια γραφικότης που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Καθώς ερχόταν από ψηλά, τα νερά του διέσχιζαν ως ένα σημείο τον κεντρικό δρόμο του χωριού, παρέκαμπτε στο ύψος του σπιτιού του Κεχαγιά (4), για να συνεχίσει τη ροή του σε πιο απόκεντρο σημείο, περνώντας πίσω από το δικό μας μπαξέ, πίσω από του Μποζίνη του Βασίλη, του Καρλάκη κλπ., για να φτάσει στον προορισμό του, στο Πρώτο Κανάλι, κι από κει στη Μάνα, τη μεγάλη διώρυγα που ενωνόταν με τον Αγγίτη ποταμό.
Σ’ αυτή τη μικρή κοιλάδα του Καλαμπακίου με τα πανύψηλα δέντρα, τις λεύκες και τις κλαίουσες, ζούσαν χιλιάδες βατράχια που δεν μας άφηναν σε ησυχία τα βράδια και στις φυλλωσιές των δέντρων χιλιάδες πουλιά που τιτίβιζαν την άνοιξη και εκατοντάδες αηδόνια που κελαηδούσαν ασταμάτητα, γιατί σ’ εκείνον τον τόπο έβρισκαν ό, τι τους χρειάζονταν για να ζουν χαρούμενα κι ευτυχισμένα.
Το χειμώνα, όταν τα δέντρα ήταν γυμνά από φύλλα, βλέπαμε τις αδειανές φωλίτσες των πουλιών που ταλαντεύονταν κι αυτές μαζί με τα κλαδιά των δέντρων στο φύσημα του ανέμου. Όταν τα νερά πάγωναν, το τραφί γινόταν πάγος. Αυτός ο πάγος ήταν η διασκέδαση των παιδιών. Όλη την ημέρα τα αγόρια της γειτονιάς κυρίως, τα αδέλφια και τα ξαδέλφια μου αλλά και γειτονόπουλα, έκαναν πατινάζ πάνω στον πάγο στο τραφί. Φυσικός πάγος και φυσικό παιχνίδι, όχι όπως τώρα.
Τα βράδια, όταν βήχαμε, η συγχωρεμένη η μάνα μου (5) μας έτριβε με πετρέλαιο και όλη εκείνη την ώρα της εντριβής έλεγε: « εμ, τι να σε κάνω, όλ’ τη μέρα πάν’ στον πάγο πάγωσες, βρε παιδάκι μ’» και, όταν αγανακτούσε πολύ, μας έριχνε και μερικές ξυλιές. Την άλλη μέρα εμείς πάλι στον πάγο στο τραφί. Πώς επιζήσαμε, Θεέ μου;
Την εποχή που ήταν αντάρτες του ΕΛΑΣ στο Παγγαίο μετά το 1944 (6), οι μεγάλοι, οι γονείς μας δηλαδή, ζούσαν δραματικές ημέρες. Άκουγαν ότι κατέβαιναν οι αντάρτες και έπαιρναν τα παιδιά και ζούσαν μ’ αυτό το φόβο. Η μανούλα μου ήταν τότε χήρα και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της, ο Χρήστος και ο Μιχάλης, ήταν παλληκαράκια. Ένιωθε απροστάτευτη και τα παιδιά της να κινδυνεύουν.
Ένα βράδυ λοιπόν, την ώρα που εμείς όλοι κοιμόμασταν, όλοι στο ίδιο δωμάτιο με τη μητέρα μας, άκουσε εκείνη έναν θόρυβο, ένα χτύπημα δυνατό στην εξώπορτα. Ξύπνησε αμέσως φοβούμενη ότι ήρθαν οι αντάρτες να μας πάρουν. Αμέσως μας ξύπνησε όλους, μας τράβηξε από την πίσω πόρτα του σπιτιού και μας οδήγησε στον κήπο, το μπαξέ, όπως τον λέγαμε τότε. Είχε φυτεμένες κολοκυθιές εκεί με πελώρια φύλλα όμοια με ομπρέλλες. Μας πήρε κοντά της, μας σκέπασε με τα φύλλα . Όλοι μας τρέμαμε, μα πιο πολύ έτρεμε η μάνα μας για τα βλαστάρια της: Ο Χρήστος 19 ετών, ο Μιχάλης 17, εγώ 13 και ο Στάθης, το μικρότερο αδελφάκι μας, 11 ετών.
Περάσαμε ώρες εκεί μέσα, δεν ακούστηκε τίποτε άλλο και η μάνα μας είδε να περνά ένας άνθρωπος με φανάρι από το στενό δρομάκι που ήταν δίπλα στο τραφί κι ανάμεσα στα δέντρα. Έκανε διάφορες σκέψεις, όταν είδε αυτό το καλό σημάδι. Δε θα υπήρχε τόση ησυχία, σκέφτηκε. Αν ήταν οι αντάρτες, δε θα τολμούσε ίσως κι αυτός να διασχίζει το δρομάκι και μάλιστα με φανάρι• και αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι. Εμείς εκεί, κάτω από τα φύλλα. Μας κάλυπτε βέβαια και το σκοτάδι…
Η μητέρα μας αψήφισε τον κίνδυνο, μπήκε στο σπίτι, άναψε ένα λυχνάρι με φυτίλι κι έκανε το γύρο του σπιτιού. Είδε μια γάτα στο περβάζι της εξώπορτας, ο σκύλος απέναντι την περίμενε. Τότε κατάλαβε από πού προήλθε ο θόρυβος. Ήρθε με το λυχνάρι στο μπαξέ, «σ’κωθείτε και πάτε στα κρεβάτια σας», μας είπε και μας εξήγησε τι είχε συμβεί. Έτσι το τραφί συνδέθηκε για μια ακόμη φορά με τη ζωή μας.
Για πολλά χρόνια την έβλεπα στα όνειρά μου αυτή την όμορφη κοιλάδα με τις κλαίουσες που λύγιζαν τα κλαδιά τους μέσα στα νερά και τις πανύψηλες λεύκες, που τα φύλλα τους θρόιζαν στο φύσημα του αέρα.
Πέρασαν χρόνια, τα νερά λιγόστεψαν, η ανάγκη για αποχέτευση ήταν πλέον έντονη στο χωριό και οι άρχοντες βρήκαν την εύκολη λύση: το τραφί το έκαναν υπόνομο, έριξαν μέσα τα λύματα του χωριού, το σκέπασαν, κι από τότε, αντί για καθαρό νεράκι, μεταφέρει τις βρωμιές του χωριού από κανάλι σε κανάλι κι από κει στον Αγγίτη (7).
Απουσίασα αρκετά χρόνια από το χωριό μου για τις σπουδές μου κι αργότερα για τη δουλειά μου. Πήγαινα και ξαναπήγαινα και δε μπορούσα να καταλάβω τι λείπει. Κάποτε δεν το είδα τον Αύγουστο που πήγα, δεν το είδα το χειμώνα που ξαναπήγα, συνειδητοποίησα την έλλειψή του. Ρώτησα, έμαθα, λυπήθηκα. Ήταν ένα μέρος απ’ τη ζωή μου αυτό το τραφί, από τα παιχνίδια των παιδικών μου χρόνων μέχρι την ιστορία που διηγήθηκα νωρίτερα, την ιστορία του τρόμου.
Πάει και η χλωρίδα, πάει και η πανίδα μαζί με το τραφί, όλα φαίνεται πως έχουν ένα τέλος. «Τα πάντα ρει».
- Κλαίουσες: κλαίουσες ιτιές.
- Τερλίκια: χειροποίητα σοσόνια.
- Γαλέτζια ή χαλέτζια: τσόκαρα, είδος σαμπώ.
- Το σπίτι του Κεχαγιά σήμερα στο ισόγειό του φιλοξενεί την Αγροτική Τράπεζα.
- Συγχωρεμένη μητέρα: το κείμενο γράφηκε προφανώς μετά το 2000, χρονολογία θανάτου της μητέρας της Κυράνθης ( Κιαράν’ς ).
- Αναφέρεται στην περίοδο αμέσως μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων (Σεπτέμβριος του 1944).
- Η πληροφορία δεν είναι σωστή. Δε χύνονται στο υπόγειο πλέον τραφί τα λύματα της περιοχής.
Μαρτυρία της κ. Φούλας Στράντζαλη
Δεν υπάρχουν σχετικά άρθρα.
γλυκεια μου θεια,τι ομορφη κ συγκινιτικη η ιστορια σας..ιδιαιτερα που η προγιαγια κυρανθη σας εκρυβε κατω απο τα φυλλα για να σας προστατεψει…