7 February 2012

Καλαμπακίου Μνήμες

«Εαρινοί Δια-λογοι 2010», 3η βραδιά, εκδήλωση αφιερωμένη σε μνήμες και μαρτυρίες για το παλιό χωριό μέσα από αφήγηση, εικόνα, μαρτυρίες και τραγούδι»

Η μνήμη κάθε τόπου είναι συλλογική και αποτελείται από μικρές μνήμες ανθρώπων που έζησαν σ’ αυτόν. Είναι οι μικρές ιστορίες καθημερινής ζωής όπως βιώθηκαν από τους ανθρώπους που περπάτησαν σ’ αυτή τη γη πριν από μας και άφησαν το σημάδι τους μέσα στα παραμύθια και τις ιστορίες που αφηγήθηκαν στα παιδιά και τα εγγόνια τους, μέσα από ιστορίες που οι ίδιοι έγραψαν και μέσα από φωτογραφίες που φέρνουν πίσω μια άλλη εποχή.

Σ’ αυτή τη μνήμη αφιερώθηκε η σεμνή εκδήλωση που πραγματοποίησε ο Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Καλαμπακίου Δράμας, με τίτλο «Καλαμπακίου μνήμες». Ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, στον τόπο που ήρθαν να μείνουν οι πρόσφυγες από το Κρυόνερο της Αν. Θράκης, τη Νίγδη της Μ.Ασίας και τον Καλφά της Κων/πολης το 1922, το χωριό που έφτιαξαν για να απλώσουν στον ήλιο πάλι τη ζωή τους, το παλιό Καλαμπάκι.

Τα κείμενα που διαβάστηκαν ήταν οι μαρτυρίες της κας Φούλας Στάντζαλη και τα διηγήματα του κου Γιώργου Μυλωνά.

Οι μαρτυρίες είναι τα προσωπικά βιώματα της συγγραφέα, ιστορίες που άκουσε, που έζησε και ανάπλασε μέσα σε κείμενα λιτά. Δεν αποτελούν ιστορία, αλλά την προσωπική ματιά στην ιστορία του τόπου που έζησε. Μιλώντας για την προσφυγιά, το χωριό παλιά, τις γκιόλες και το τραφί (τάφρος) που διέσχιζε το χωριό, μας μετέφερε σ’ έναν τόπο αλλιώτικο από αυτόν που περπατάμε σήμερα, ανασύροντας στη μνήμη των παλιότερων εικόνες και στιγμές που πέρασαν. Λέει στο «τραφί»:

«Για να πάμε στο σχολείο μας, ένα ήταν τότε, το 1ο Δημοτικό, έπρεπε να περάσουμε δύο φορές την ημέρα από το τραφί, το μαγευτικό εκείνο ποταμάκι με τα πεντακάθαρα νερά, τα ήρεμα και λιγοστά. Το χειμώνα γινόταν πιο ορμητικό αλλά ποτέ επικίνδυνο.

Θυμάμαι τις γραφικές αυτοσχέδιες γεφυρίτσες μπροστά από κάθε σπίτι, που τις έστηναν οι χωριανοί με μαδέρια και καλάμια για να επικοινωνεί ο δρόμος με τις αυλές τους. Θυμάμαι τις πάπιες και τις χήνες που κολυμπούσαν στα νερά του κι έπαιζαν κυνηγητό βουτώντας και ξαναβουτώντας τα κεφάλια τους για να εξασφαλίσουν την απαραίτητη τροφή. Τις κλαίουσες που ήταν φυτρωμένες στις δυο όχθες του κι έριχναν τη σκιά τους στα νερά, καθώς τα κλαδιά τους έγερναν και βουτούσαν μέσα σ’ αυτά.

Με πόση προσοχή περνούσαμε το χειμώνα πάνω από τις ετοιμόρροπες γεφυρίτσες, μην βρέξουμε τα μάλλινα τερλίκια που προστάτευαν τα πόδια μας μέσα στα ξύλινα γαλέτζια  που φορούσαμε. Και πόση ώρα τσαλαβουτούσαμε την άνοιξη στα νερά του, μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας!»

Τα κείμενα του Γιώργου Μυλωνά είναι μικρά διηγήματα που με αριστουργηματικό τρόπο καταγράφουν τη ζωή των Θρακιωτών προσφύγων μέσα από μικρά γεγονότα, όπως το «προξενιό» και συνήθειες σαν την κιαμομαντεία (πρόβλεψη του μέλλοντος) στα «κ’κια»(κουκιά):

«Η γιαγιά Ταρσώ τράβηξε στο πλάι την ποδιά της, ξεκούμπωσε μια παραμάνα που κρατούσε την σχισμή στο πλάι της μαύρης φούστας της, έχωσε το χέρι κάτω από το υφαντό μεσοφόρι και προσπάθησε να βρει μία κρυφή τσέπη… Τα κουκιά, μαύρα από την χρήση, τα κληρονόμησε από τη μάνα της. Ήταν καμιά εικοσαριά και μερικά από αυτά σπασμένα. Τα έβαλε στο κόσκινο κι’ άρχισε να τα χωρίζει. Ένα για το νοικοκύρη, ένα για το σπίτι, άλλο για το κορίτσι, ένα τέταρτο για το αγόρι και κάποιο για το σπίτι του κοριτσιού. Και συνέχισε έτσι να τα χωρίζει και να τα ονοματίζει. Ήξερε ποιο είναι για το γάμο και ποιο για το χωρισμό. Τα ανακάτωσε καλά και τα πέταξε κάτω. Ήθελε να ξέρει από τώρα τι λένε τα κουκιά.

Κι αυτά τα κ’κιά ήταν ο δικός της τρόπος να επικοινωνεί… Σήμερα θα έρχονταν στο σπίτι η Δεχτινιώ, η κόρη της Σμαρώς. Ήθελε να μάθει αν θα παντρευτεί τον Μαγκριώτη ή την μάτιασε η μάνα του, που δε την θέλει για νύφη.

Σάμπως τι μπορεί να είναι αλήθεια; Μήπως ο καθένας δεν έχει την δική του αλήθεια… Η γιαγιά έκανε όλη την διαδικασία του χωρισμού των κουκιών. Έβαλε τη Δεχτινιώ να σχηματίσει κύκλο με τα χέρια της και μέσα από αυτόν έριξε στο τραπέζι τα κουκιά. Τα μάζεψε και τα έριξε άλλες δυο φορές, κοιτάζοντας κάθε φορά τον τρόπο και την θέση που έπεφταν.

Καθώς τα κρατούσε στα χέρια της έκανε πέντε φορές τον σταυρό κι’ έλεγε μέσα της: «Όσα στημόνια κι όσα φάδια έχω πάν’ στο σώμα μ’ κι όσες τρίχες έχω στο κεφάλι μ’, να ’ρτούν φίλ’ κι’ οχτροί να τα μετρήσ’να». Ενώ κάθε φορά που τα έριχνε έλεγε δυνατά: «Ακόμ’ μια βολά. Στις τρεις και στην αλήθεια».
Κοίταγε τα κουκιά. Άρχισε να χασμουριέται και γύρισε στη Δεχτινιώ. Ήξερε πως δεν τη θέλει η μάνα του παιδιού για νύφη και πως ο γάμος δε θα γίνει. Αλλά τι να κάνει αυτή; Πώς μπορεί να πληγώσει ένα ερωτευμένο κορίτσι; Κι άρχισε ήρεμα και μαλακά να μιλά στην κοπελιά»

Την επιμέλεια της εκδήλωσης είχε το τμήμα βιβλιοθήκης του Συλλόγου, ένα νεοσύστατο αλλά πολύ δραστήριο τμήμα που αγωνίζεται να στήσει την δανειστική βιβλιοθήκη του συλλόγου μας και να την λειτουργήσει ξανά για να μπορέσουμε να προσφέρουμε στα παιδιά, τους νέους και σε όλους τους κατοίκους μια ευκαιρία στη γνώση, ένα παράθυρο στον κόσμο.

Το Δ.Σ. του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου ευχαριστεί θερμά όλους όσους προσέφεραν και εργάστηκαν για την πραγματοποίηση της εκδήλωσης, καθώς και το τυπογραφείο του κυρίου Μπότσα για τη χορηγία της συλλεκτικής αφίσας για την εκδήλωση.

Για το Δ.Σ. του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Καλαμπακίου

Η πρόεδρος: Αθανασία Θεοδωρίδου

Σχετικά άρθρα:

  1. Τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα του Καλαμπακίου
  2. Ο Σύλλογος Καλαμπακίου στην Καλλιθέα του Δήμου Προσοτσάνης
  3. O Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Καλαμπακίου στην Ημαθία
  4. Η ιστοσελίδα του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Καλαμπακίου
  5. Ο Δήμος Καλαμπακίου

Speak Your Mind

*