19 May 2012

Οι Γκιόλες

Ζήσαμε τα παιδικά μας χρόνια σ’ έναν τόπο βαλτώδη με πολλά προβλήματα. Εκεί εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες γονείς μας, έκτισαν τα φτωχικά τους σπίτια και έκαναν τα νοικοκυριά τους. Εκεί γεννηθήκαμε κι εμείς, τ’ αδέλφια μου, τα ξαδέλφια μου, τα γειτονόπουλα, όλα τα παιδιά του χωριού. Οι γονείς μας απ’ την Ανατολική Θράκη ούτε βουλγάρικα ήξεραν ούτε τουρκικά μιλούσαν. Ήρθαν από την περιοχή της Βιζύης της Ανατολικής Θράκης, από το Κρυόνερο. Εκτός από τους Θρακιώτες που αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων, υπήρχαν και οι Μικρασιάτες που ήρθαν από την Μικρά Ασία, οι Καραμανλήδες,  όπως τους έλεγαν, και οι Καλφακιώτες, προερχόμενοι από τον Καλφά, μία περιοχή της Κωνσταντινούπολης.

Εγώ σ’ αυτή τη γειτονιά τη θρακιώτικη μεγάλωσα• πρώτη μουσική που άκουσα ήταν τα θρακιώτικα τραγούδια που έλεγαν οι γονείς μου, οι θείες μου, οι θείοι μου στα σπίτια, στους γάμους στα πανηγύρια. Οι χοροί που πρωτοείδα και έμαθα ήταν κι αυτοί θρακιώτικοι, αυτοί με τους γρήγορους ρυθμούς που βλέπω τώρα στην τηλεόραση και ακόμη ενθουσιάζομαι. Η γλώσσα κι αυτή θρακιώτικη με τους ιδιωματισμούς της, όπως τη μάθαμε από τους γονείς μας και από τους συγγενείς μας. Τι κι αν γεννηθήκαμε σ’ έναν τόπο της Μακεδονίας; Είμαστε Θρακιώτες και θα παραμείνουμε Θρακιώτες.

Όταν διάβαζα τα βιβλία της Μαρίας Ιορδανίδου (Λωξάντρα, σαν τα τρελά πουλιά κ. ά.) νόμιζα ότι άκουγα τη μάνα μου να μιλάει με τις αδελφές της, τις θείες μου που τις υπεραγαπούσα. Τα πρώτα χρόνια της συγκατοίκησης στο Καλαμπάκι οι Θρακιώτες με τους Καραμανλήδες δεν τα πήγαιναν καλά, ζήλευαν οι μεν τους δε. Ακόμη και στους γάμους που γίνονταν οι Καραμανλήδες δεν ήθελαν τους Θρακιώτες και οι Θρακιώτες δεν ήθελαν τους Καραμανλήδες. Στις δημοτικές εκλογές επίσης υποστήριζαν κι οι δύο κάποιον δικό τους για Πρόεδρο  της Κοινότητας.

Ευτυχώς τώρα όλα αυτά εξέλιπαν, είναι όλοι ενωμένοι, φροντίζουν για το καλό του χωριού μας, αγαπημένοι και μονοιασμένοι. Είναι τώρα όλοι συγγενείς μεταξύ τους.

Το χωριό μου, όπως το θυμάμαι τότε, ήταν αραιοκατοικημένο. Τα οικόπεδα μεγάλα, με μεγάλες αυλές, με μπαξέδες και πολλά δέντρα. Από ψηλά και από μακριά το χωριό μου φαίνονταν σαν ένα δάσος. Το χειμώνα οι περισσότερες αυλές των σπιτιών, στη γειτονιά μου τουλάχιστον, ήταν πάντα πλημμυρισμένες, σαν λίμνες. Αυτές τις μικρές λίμνες εμείς τις λέγαμε ΓΚΙΟΛΕΣ. Στα νερά τους παίζαμε όλη μέρα κυνηγώντας βατράχους. Αδύνατον να φανταστεί κανείς σήμερα πόσους βατράχους έτρεφαν αυτές οι γκιόλες. Εμείς με τα καλάμια στα χέρια τους κυνηγούσαμε, δεν τους αφήναμε να βγάλουν κεφάλι έξω από το νερό. Επίσης πιάναμε με καλάμια τα γαργαλόνια, που δεν ξέραμε τότε τι ήταν, και τα πετούσαμε στις όχθες. Αργότερα έμαθα ότι αυτά τα γαργαλόνια που έμοιαζαν με χάνδρες κολλημένες η μία δίπλα στην άλλη ήταν τα αυγά των βατράχων. Όπως επέπλεαν στην επιφάνεια του νερού, θερμαίνονταν από τον ήλιο και εκκολάπτονταν οι γυρίνοι κι αυτοί μεταμορφώνονταν σιγά σιγά σε βατράχους. Τα σχολεία λόγω της κατοχής δεν λειτουργούσαν και τα παιδιά περνούσαν τις ώρες παίζοντας. Τα βράδια ακούγαμε συνέχεια τη μουσική των βατράχων από τις γκιόλες και το τραφί που ήταν κοντά μας. Σωστές συναυλίες• με τη μουσική τους μας έπαιρνε ο ύπνος.

Η μεγαλύτερη γκιόλα βρισκόταν έξω από το χωριό, κοντά στα αμπέλια. Ήταν γεμάτη νερό χειμώνα καλοκαίρι. Σ’ αυτήν την ημέρα των Θεοφανείων γίνονταν ο «καθαγιασμός των υδάτων». Μετά τη Θεία λειτουργία αυτής της μεγάλης εορτής «εν πομπή» πηγαίναμε όλοι στη Μεγάλη Γκιόλα.

Προηγούνταν οι αείμνηστοι ιερείς Παπακώστας Σταθάκης και Παπανίκος Διαμαντάκης με τους ψάλτες Παναγιώτη Κωνσταντινίδη και Γεώργιο Γρηγορέλη ψάλλοντας, ακολουθούσαν άνδρες κρατώντας εικόνες και λάβαρα, παιδάκια ντυμένα παπαδάκια με αναμμένες λαμπάδες και τέλος περπατούσε το εκκλησίασμα. Φτάνοντας εκεί οι ιερείς διάβαζαν τις προφητείες και τις ευχές της ημέρας κι όλοι, όντας γύρω από τη Γκιόλα, παρακολουθούσαν με ευλάβεια την ιεροτελεστία.

Αρκετοί τολμηροί νέοι περίμεναν ημίγυμνοι να πέσουν στα παγωμένα νερά να πιάσουν το Σταυρό. Κάποτε με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένω Σου, Κύριε» έπεφταν όλοι στην Γκιόλα κι όποιος έπιανε το Σταυρό πρώτος, αυτός ήταν ο τυχερός αλλά και ο Ευλογημένος, όπως συμβαίνει και σήμερα. Αυτός τις επόμενες ημέρες, γύριζε σ’ όλα τα σπίτια του χωριού με το Σταυρό πάνω σε δίσκο, όπου οι χωριανοί έριχναν κάποια χρήματα σαν έπαθλο για το κατόρθωμά του.

Κάποια απ’ αυτές τις χρονιές, είδα τον μεσαίο αδελφό μου, το Μιχάλη, να ετοιμάζεται να πέσει για το Σταυρό. Τον είδε ο μεγάλος μου αδελφός ο Χρήστος κι άρχισε να τον μαλώνει. «΄Οχι, δεν θα πέσεις», του έλεγε. Ο Μιχάλης έκανε υπακοή, όπως κάναμε όλοι μας. Ο Χρήστος ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός μας και κατά κάποιο τρόπο αντικαθιστούσε και τον πατέρα μας που τον είχαμε χάσει. Αυτός μας προστάτευε, αυτός βοηθούσε τη μητέρα μας στις αγροτικές δουλειές.

Την ώρα της αναμονής είδα ξαφνικά και τον μεγάλο μου αδελφό μαζί με άλλους νέους της ποδοσφαιρικής ομάδας του Καλαμπακίου να ετοιμάζονται να βουτήξουν για να βοηθήσουν την Α.Ε.Κ. Μου φάνηκε πολύ περίεργο αυτό, αφού πριν από λίγο μάλωνε τον μικρότερο αδελφό μας. Αργότερα έμαθα το «γιατί».

Για καλή τύχη του Μιχάλη, ο Σταυρός έπεσε πολύ κοντά του, κι όπως ήταν ακόμη ξυπόλυτος, έτρεξε, έπιασε το Σταυρό, τον ασπάστηκε και τον παρέδωσε στον ιερέα, αφήνοντας σύξυλους όλους τους άλλους.

Όλα τ’ αγαπημένα μου αδέλφια, Χρήστος, Μιχάλης, Στάθης, έχουν φύγει ήδη από τη ζωή. Έμεινα η μόνη από την οικογένεια, τους έχω πάντα στο μυαλό μου και προσεύχομαι γι’ αυτούς. Όλοι οι Καλαμπακιώτες της ηλικίας μου αλλά και νεότεροι, θυμούνται νομίζω αυτή την Γκιόλα που είναι συνδεδεμένη στη μνήμη μας με την εορτή των Φώτων εκείνης της εποχής.

Οι γκιόλες αυτές και τα στάσιμα νερά που υπήρχαν στο χωριό και στο βάλτο πολύ κοντά μας είχαν κακές συνέπειες στην υγεία των κατοίκων. Υγρασία, μύγες, κουνούπια έκαναν πολύ κακό στους κατοίκους όλης της περιοχής. Η ελονοσία έκανε θραύση. Όσοι πάθαιναν αυτή την ασθένεια, μήνες βασανίζονταν από πυρετό και εξάντληση. Ούτε φάρμακα υπήρχαν ούτε Κέντρα Υγείας.

Όταν ένας Αθηναίος δάσκαλος διορίστηκε εκείνη την εποχή σε παρόμοια περιοχή, στη Χρυσούπολη Καβάλας, δεν άντεξε την ταλαιπωρία και έγραψε σε αίτησή του στο Υπουργείο Παιδείας:

Παρακαλώ Υμίν, ού δύναμαι μενείν. Μεταθέσατε ημίν, ίνα μη αποθανείν.

Η απάντηση ήταν:

Απολύομεν υμίν, ίνα μη αποθανείν.

Και ξαναγράφει ο δάσκαλος:

Μενείν, μενείν, και ας αποθανείν.

Φούλα Στράντζαλη-Πριάκου

Μαρτυρία της κ. Φούλας Στράντζαλη

Δεν υπάρχουν σχετικά άρθρα.

Speak Your Mind

*